Το Νούμερο 31328

Το Νούμερο 31328

Ο Ηλίας Βενέζης, στον πρόλογο της Β’ έκδοσης, το καλοκαίρι του 1945 γράφει:

Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι από τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τα άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος – και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο – αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.

Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σε αυτόν τον πόνο.

[…] Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη της πικρής αυτής ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που, κυνηγημένος από τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις, δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο μήτε στον ύπνο. Γι’  αυτό, όταν βγήκε πια σε βιβλίο «το νούμερο 31328», δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ – τελοσπάντων η ζωή όταν είσαι γερός και είσαι νέος, έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θέλεις να ξεχνάς.

[…] Έτσι το βιβλίο τούτο –χρονικό μιας βασανισμένης στιγμής της Ελλάδας από τις τόσες – απαγορευμένο χρόνια τώρα από τις λογοκρισίες, έχει το θλιβερό προνόμιο, όπως βγήκε για πρώτη φορά σε μια ώρα παγκόσμιου πένθους, να ξαναβγαίνει τώρα στο τέλος ενός άλλου πολέμου, όταν πάλι το πένθος σκεπάζει τις ρημαγμένες εστίες και τους τάφους των παιδιών, των γυναικών, των γερόντων και της νιότης του κόσμου. Και όπως τότε, πριν από εικοσιένα χρόνια, το «Νούμερο 31328» ήταν η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, μένει πάλι, τώρα, η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου».

Κεφ. Β΄ (σελ. 63-64).

Το πρωί ένας στρατιώτης μπήκε στο υπόγειο να τιμαρέψει το άλογο. Είναι ένας ανατολίτης χωριάτης – δεμένο κορμί, πολλά μουστάκια, ξουρισμένο το κεφάλι στην κορφή, ένας στρογγυλός κύκλος. Μερικοί δικοί μας πιάνουν κουβέντα μαζί του. Αυτός στην αρχή δεν καταδέχεται, μα, μόλις καταλαβαίνει πως εδώ είναι κυρίαρχος και πως κάθε λόγο απ’ το στόμα του περιμένουν να τον ρουφήξουν τόσοι υποτελείς, ο εγωισμός του τον γαργαλά και λύνεται η γλώσσα του.

Ήταν μες στο χτεσινό απόσπασμα που πήρε τον Ηρόδοτο και τους άλλους. Ο κύκλος μας γύρω του γίνεται πιο μεγάλος. Όλοι πλησιάζουμε.

– Με τι τρόπο;… ρωτά ένας, κι όλα τα μάτια στέκουν τεζαρισμένα, σα να είναι να χορτάσουν απ’ την απάντηση. Ο στρατιώτης σταματά το ξύρισμα απότομα. Μας κοιτάζει κι αυτός.

– Με τη Λόγχη! Λέει. Σε μια μάντρα.

Ένας, λέει, έκαμε να φύγει, δε στεκόταν, τον κυνηγούσαν μες στην μάντρα και βλαστημούσαν γιατί τους παίδευε ο κερατάς… Τον στρίμωξε, λοιπόν, ο στρατιώτης. Μα τότε που ετοιμαζόταν να του τη φέρει, αυτός χίμηξε απ’ το πλάι κ’ έχωσε τα δόντια του στη χούφτα που κρατούσε τη λόγχη. Σα λυσσασμένος, το σκυλί! Μα τον έσπρωξε, λέει, ο στρατιώτης και του έχωσε τη λόγχη σα να‘ ταν μπαμπάκι…

Τα μάτια χόρτασαν. Οι καρδιές χτυπούν δυνατά. Απ’ τα σουσούμια που μας δίνει καταλαβαίνουμε πως αυτός που τους παίδεψε ήταν ο Ηρόδοτος.

Ο στρατιώτης, ικανοποιημένος, πιάνει πάλι να ξυστρίσει. Η μία χούφτα του είναι δεμένη – ένας επίδεσμος, η δαγκαματιά χθες. Φτύνει λίγο μες στην άλλη χούφτα, ύστερα με το φτύμα αυτό πολεμά να γυαλίσει το κούτελο του αλόγου. Το χαϊδεύει. Ήραμα. Ήρεμα.

Προσέχουμε πολύ σ’  αυτές τις τελευταίες κινήσεις του. Πάρα πολύ. Στα χέρια του, στα δάχτυλα – σα να ‘ταν μπαμπάκι…

– Το κοιτάζει καλά το ζο…, μουρμουρίζει ένας δικός μας αφηρημένα.

Μια άλλη φωνή, ίδιος τόνος:

– Ναι… Καλά…

Κεφ. Δ΄ σελ. 78 -83

[…] Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος. Χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα μια άλλη κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται νοιάζονταν να μη γίνει θόρυβος.

Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κινούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο.

Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δύο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο μέτωπο, πέφτει εκεί πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήρεμο – μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τα’ άλειψε με φως.

– Γλιτώστε με!… Γλιτώστε με!…

Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μές στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.

– Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! Του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!…

Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:

– Λυπηθείτε μας!… Λυπηθείτε μας!…

Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας.

Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνησε μαζί της:

– Μητερούλα!… Μητερούλα!…

Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε.

Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσοδο, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράγματα μονάχα κρύβουνταν.

– Εδώ μέσα!… Μπρος στα μάτια μας!… μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!

– Σουτ! Κάνει κάποιος άλλος.

Κρυμμένοι μές στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν. Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δύο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Αφήσαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δουλεύαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πιά. Την ξαπλώσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυό ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας.

– Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!

Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Η έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες τις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν.

Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες – κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».

Γύρισα τα μάτια. Δυο τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι και κάνανε ένα προπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το ‘σφιγγε.

– Πως θα το βαστάξω;… Πως θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες τα δάκρυά του.

Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.

– Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις εσύ τίποτα…

Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μές απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».

– Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…

– Μα είναι γι’ αυτό τώρα;… τινάζεται απελπισμένα. Δεν την ακούτε εκεί χωρίς βοήθεια; Τώρα τι να κάμω! Τώρα! Τώρα!

Περιμέναμε. Ήθελα να γυρίσω πάλι να δω εκεί που προσφερόταν η θυσία, αν τελείωσαν. Ντρεπόμουν. Γι’ αυτό γύριζα με δόσεις, έκανα πως κοίταζα παραδώ, στο μέρος της εκκλησιάς, στο θόλο. Στην κοντύτερη προς το Ιερό κολόνα ήταν ζωγραφισμένος ένας μισοξυσμένος άγιος, ψηλά ψηλά. Μόλις τον ξεχώριζα στο λίγο φως.

Θα πέρασαν ίσαμε τρία τέταρτα της ώρας. Οι στρατιώτες φύγανε. Ξεχάσαν και το κερί. Πήγαμε σιγά εκεί που την άφησαν, σωπαίνοντας, σα να μην τολμούσαμε. Ήταν σχεδόν αναίσθητη. Τη σκεπάσαμε όπως όπως με τα ρούχα της και τη σηκώσαμε στα χέρια μας με προφύλαξη, σαν πολύτιμο και εύθραυστο πράμα. Το χλωμό πρόσωπο ακινητούσε, τραβηγμένο απ’ την πείνα κι απ’ τα δάκρυα. Τα μάτια κλειστά. Ένα ήρεμο παράπονο παιδιού σάλευε στα πανιασμένα χείλια. Έτσι τη φέραμε κοντά στον άντρα της και στο παιδάκι της.

Χύθηκαν κ’ οι δύο πάνου της, την αγκάλιαζαν, τη φιλούσαν, φώναζαν. Εκείνη τίποτα. Δε σάλευε. Κάποιος έτρεξε κ’ έφερε το κερί. Όλοι θέλαμε να δώσουμε μια μικρή βοήθεια. Ένας έπιασε να της κατεβάζει χαστούκια για να τη συνεφέρει. Με τα χτυπήματα τινάχτηκαν δυο τρεις στάλες σιχαμένα δάκρυα. Τα χείλια της λαστιχάρισαν μια, τακ! Όλοι φώναζαν – πανδαιμόνιο.

[…]

Κεφ. Ε σελ. 86-90

Ξεκινήσαμε πολύ νωρίς. Φεύγοντας μας φέραν μια νέα συντρόφισσα. Ένα κορίτσι, μια χωριανή απ’ τα τριγυρινά μέρη, ίσαμε είκοσι χρονώ. Αυτή και κάτι άλλοι Χριστιανοί δεν πρόφταξαν να μπαρκάρουν για την Ελλάδα.

-Τους πήραν μέσα; τη ρωτούμε.

-Όχι τους σφάξαν.

-Ηταν κανείς δικός σου;

-Ναι, ήταν ο πατέρας μου.

-Εσύ;…

Εκείνη ήταν νέα. Τη χρειάζουνταν.

Η νέα πόστα που μας παρέλαβε ήταν καβαλαραίοι. Είχαν μια λαμπρή ιδέα: Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο, πέσαμε μες τα χωράφια. Αυτό ήταν μια αλύπητη δοκιμασία για τα γυμνά φουσκαλιασμένα ποδάρια μας. Οι βόλοι το χώμα ήταν ξεροί και ντούροι απ’ τον ήλιο. Δεν είχε βρέξει ακόμα. Κοιτάζαμε να τους ξεφύγουμε, γιατί δεν μπορείς μαζί τους να κρατήσεις ισορροπία ξυπόλυτος. Μα πέφταμε στην άλλη ευλογία, σε κάτι παλιάγκαθα που μας παλάβωναν.

-Δεν μπορώ! Δεν μπορώ πια!

Όλοι φωνάζαν. Κι όμως όλοι τρέχαμε μη μείνουμε πίσω. Τρέμαμε πως όποιος μείνει τελευταίος θα τον σκοτώσουν. Ο ένας βιαζόταν να προσπεράσει τον άλλο, και τον άλλο-ένας παλαβός συναγωνισμός που πνιγόταν στα μουγκριχτά μας. Ξεκολλούσαμε, στα πεταχτά τα αγκάθια από τις πατούνες και τρέχαμε. Τρέχαν από πίσω μας και οι στρατιώτες με τα άλογα, και μας χτυπούσαν με τα κοντάκια μη σταθούμε. Ήμαστε ένα κοπάδι σαν τα αναμαλλιασμένα ζα –τρέχουν  στον κάμπο να σταλιάσουν κάπου γιατί μυρίστηκαν το μπουρίνι.

Δεν μπορούσα να σηκώσω το βάρος της συντροφικής παπούτσας. Το ιδρωμένο βρώμιο ποδάρι μου γλυστρούσε και χόρευε μέσα της. Την τράβηξα και τη βαστούσα στα χέρια. Μα τότε η πατούνα, συνηθισμένη στο άσυλο, άρχισε να σπαράζει απ’ το ύπαιθρο. Άναβε, πετούσε σπίθες. Έσκισε ένα κομμάτι απ’ το πουκάμισο που μου άφησαν και την τύλιξα.

Ο Αργύρης με συμβουλεύει να κάνουμε αλλαξιά τα παπούτσια.

-Δοκιμάζουμε.

Τα αλλάξαμε. Έδωσα το ζερβί και πήρα το δεξί. Τα φορέσαμε τρέχοντας. Πιο πέρα κάμαμε πάλι αλλαξιά. Και πάλι.

Ο ήλιος ανέβαινε καφτός, εχτρικά, χωρίς οίκτο. Μες στον Οχτώβρη ένας τέτοιος ήλιος! Άρχισε να μας καίει η δίψα. Η σκόνη κολλούσε στις γλώσσες, που μπαινόβγαιναν σαν κουρντισμένες. Φτύναμε να φύγει η πίκρα. Μα τα στόματα ήταν ξερά. Κι αν έβγαινε λίγο φτύμα, μετανιώναμε ύστερα για την ογρή ουσία που αφήσαμε να ξοδευτεί.

-Νερό! Νερό!

-Τι; λέει ο αξιωματικός της συνοδείας.

-Σου! Σου![νερό] φωνάζαμε τούρκικα.

-Σου; Μάλιστα!

Κοντεύαμε σε μια πηγή. Μας κράτησαν καμιά εικοσαριά μέτρα αλάργα. Οι στρατιώτες πήγαιναν διαδοχικά, πίνανε, πότιζαν τα άλογα, γέμιζαν τα παγούρια τους. Πίναν με τις χούφτες. Βλέπαμε το νερό που ξέφευγε και χυνόταν από τα στόματά τους. Όλα τα κορμιά γέρναν προς αυτή τη φευγαλέα καθαρή γραμμή που σκορπούσε καταγής. Ακούγαμε τον ήχο της. Τον ακούγαμε. Με μάτια γεμάτα πυρετό γέρναμε προς τα εκεί. Έτσι όπως γέρνουν τα διψασμένα δέντρα.

-Έλεος!
Τίποτα! Μας κρατούσαν μακριά, κολλημένους στο θέαμα. Άφησαν μονάχα τις γυναίκες και το παιδάκι να παν να πιούν.

-Λυπηθείτε μας! Λυπηθείτε μας! Φωνάζαμε.

Η γυναίκα του ρολογά γέμισε τις χούφτες νερό και έκαμε να το φέρει στον άντρα της. Σιγά. Κοιτάζαμε με μίσος αυτή τη χούφτα που πλησίαζε. Ένας στρατιώτης πάει από πίσω κλέφτικα, και χώνει τα χέρια του κάτου από τις μασχάλες της γυναίκας. Τη γαργαλούσε. Αυτή κάνει μια προσπάθεια, λίγο ακόμα, να τρέξει, να σώσει το νερό. Μα κι ο άλλος δώστ’ του, δώσ’ του τη γαργαλούσε. Κ’ εκείνη δε βάσταξε. Έμπηξε τα χάχανα. Λίγα μέτρα μπροστά μας. Άνοιξε τα χέρια της να προφυλαχτεί: Το νερό χύθηκε καταγής.

Ήρθε και σκόρπιστηκε πλάι στον άντρα της λέσι. Αυτός μ’αγκριλωμένα μάτια, που τ’αυλάκωνε ακόμα το δράμα, χίμηξε και της έγλειψε τα βρεμένα δάκτυλα ένα ένα, με λύσσα, σα να ήθελε να τα καταπιεί.

Ξεκινήσαμε. Στο δρόμο ο Αργύρης βρήκε ένα κομμάτι παλιοτσούβαλο. Εύρημα!

-Θα τυλίξουμε τα ποδάρια μας μόλις σταθούμε, μου λέει.

Δόξα σοι ο Θεός! Καθένας έκανε «κρά» για ένα τέτοιο πράμα Ήταν μια γρήγορη χαρά.

-Βάστα το καλά, Αργύρη!
Σταθήκαμε σε καμιά μισή ώρα. Βρήκαμε  ένα βαλτονέρι σ’ένα μακρύ χαντάκι. Καταπράσινα χορτάρια φύτρωναν εκεί σιμά. Πολλά κουνούπια. Και τα δέντρα έκαναν ίσκιο. Ήταν και καστροπούλια μες στα φύλλα. Θα ερωτεύουνταν

-Εδώ! Λέει ο αρχηγός του αποσπάσματος. Πιείτε!

Πήρε το κορίτσι και τράβηξε να «εκφραστεί». Με τα καστροπούλια.

Πέσαμε μες το βαλτονέρι και πίναμε χουφτιές-χουφτιές το βρώμικο νερό. Χύναμε πάνου στ’αναμμένα μούτρα μας, βρέχαμε τα στήθια-όλο το αίμα, όλη η ζωή μας να πλημμυρίσει νερό, νερό.

-Μη! Φωνάζει ένας δικός μας. Μην πίνετε έτσι, σύντροφοι! Είναι ο «λευκός θάνατος»!

Λευκός, μαύρος, πράσινος ας έρθει αδερφέ μας!

-Θα μας πιάσει λυσιντερία! Πολεμά μια τελευταία απόπειρα σωτηρίας ο σύντροφος.

Άλλά, μπρός στο κύμα , στα στόματά μας που στάζαν νερό, μπρός στην ασυγκράτητη τούτη πρόκληση, τινάχτηκε κι αυτός, έχωσε το μούτρο του μες στο βαλτονέρι και ρουφούσε, ρουφούσε.[…]

Κεφ. Ε΄ (95-98)

[…] Τον καιρό της ελληνικής κατοχής βρέθηκαν όξω απ’ την Πέργαμο τα πτώματα – καμιά σαρανταριά φαντάροι δικοί μας, σφαγμένοι από τους τούρκους και πεταλωμένοι. Ύστερα πήγε εκεί το τέταρτο σύνταγμα. Γινήκανε τότες, αντίποινα πολλά. […]

Ξεκινήσαμε. Περπατήσαμε ίσαμε δύο ώρες μες στα χωράφια. Τότε ήρθε η νέα συμφορά. Το παιδάκι δεν μπορούσε πια να βαδίσει. Κάθισε κάτου κ’ έκλαιγε. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να το σηκώσει στον ώμο. Το τρυφερό βάρος λύγισε την εξαντλημένη αντοχή του σ’ απελπιστικό βαθμό. Ήταν πολύ χοντρός. Βουτηγμένος στον ίδρο και στην σκόνη έτρεχε να προφτάξει το καραβάνι. Ολοένα έμενε πίσω. Με τα χέρια του, που βαστούσαν τώρα το μωρό, δεν μπορούσε να καθαρίζει τα γυμνά ποδάρια του από τα αγκάθια. Έτσι, όταν ο πόνος γινόταν αβάσταγος, ή σαν χτυπούσε σε καμιά πέτρα, έμπηγε τις φωνές. Πηδούσε, έτρεχε μια στιγμή πατώντας στο ένα ποδάρι, ύστερα έχανε την ισορροπία του, τσούπ! Ήταν ωραίο- να σκας στα γέλια. Τα δάκρυά του τρέχαν. Μαύριζαν την ίδια στιγμή απ΄ την σκόνη που βιαζόταν να κολλήσει πάνω τους.

– Για δεν κοίταζες, τότε που καθίσαμε, να τυλίξεις κι εσύ τα ποδάρια σου σε κανά παλιόπανο! του φώναξε κάποιος δικός μας.

Κι αυτός παρακαλούσε να τον λυπηθούμε.

– Μη μ’ αφήνετε! ικέτευε σπαρακτικά.

Σε λίγο γονάτισε. Έμεινε. Από τα πόδια του έτρεχε μαύρο σκοτωμένο αίμα, εκεί προς τα χτυπημένα δάκτυλα.

Το κοπάδι στάθηκε. Οι στρατιώτες πολέμησαν να τον κάμουν να πέσει πάλι στον δρόμο. Τον σπρώχνανε. Τίποτα. Τον χτυπούσαν με τα κλαδιά. Ύστερα με τα κοντάκια. Το παιδάκι έμπηξε τις φωνές.

– Θα τον σκοτώσετε! δεν το βλέπετε; χιμά έξαλλη η γυναίκα του, μπαίνοντας ανάμεσα στους στρατιώτες. Θα το σηκώσω εγώ το παιδί.

Έτρεμε τ’ αχείλι της. Η ματιά ήταν κρύα και σκληρή. Τέντωσε τα αδύνατα χέρια κι έβαλε το παιδί που έκλαιγε στον ώμο της.

Δεν το χάιδεψε. Κανένας μας δεν κουνήθηκε να προσφερθεί.

– Δεν θα βαστάξει, γυναίκα είναι, λέει ένας δικός μας.

– Ναι, δεν θα βαστάξει.

Γύρισα και κοίταξα τον πλαϊνό μου. Κι αυτός κοίταζε παρακάτω. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Θα ήταν ένα τελευταίο ίχνος ντροπή από την παλιά ζεστή καρδιά- που να την αγγίξεις.. Μα κανείς δεν κουνήθηκε.

Ο ρολογάς σηκώθηκε και ξεκινήσαμε. Σε λίγο η γυναίκα, η σκληρή ματιά, χαμήλωσε. Έπιασε να μερεύει. Κ’ έπειτα, σιωπηλά, βούρκωσε.

Έπεσε λίγο πιο πέρα. Άρπαξε φρενιασμένη το παιδάκι στην αγκαλιά της και ξέσπασε σε δάκρυα.

– Αφήστε μας! … αφήστε μας να τελειώνουμε! … φώναζε μες στ’ αναφιλητά.

– Ε! λέει φουρκισμένος ο αρχηγός της συνοδείας. Πάρτε ένας άλλος το παιδί!

Κάμαμε όλοι μια ασυναίσθητη κίνηση, να ξεφύγουμε έναν κίνδυνο. Οι στρατιώτες άρπαξαν έναν απ’ τους τελευταίους της γραμμής και του καθίσαν το παιδί στον ώμο. Πιο πέρα αυτός φώναξε να το δώσουν και σ’ άλλον.  Ήρθε κ’ η σειρά μου. Ήταν αληθινό μαρτύριο- γιατί τρέχαμε, πεινούσαμε, ήμαστε γυμνοί, ήμαστε για να πέσουμε από στιγμή σε στιγμή, εμείς οι ίδιοι.

Βάδιζα τρικλίζοντας, ύστερα φώναξα να το πάρει κι άλλος. Όλοι τρέχανε να βρεθούν στις πρώτες γραμμές, να ξεφύγουν. Σαν το ξεφορτώθηκα έπιασα κ’ εγώ να τρέχω, μη μου το ξαναδώσουν. Είχε γίνει φόβητρο- ένα παιδάκι. Η οργή σκλήραινε ολοένα τις τυραγνισμένες μας καρδιές.

– Τι θέλει και δεν ψοφά! ξέσπασε, άξαφνα, ένας άγρια.

– Μπας κ’ είναι να βαστάξει; λέει ένας άλλος, που νοιαζόταν να βρει και μια δικαιολογία. Ας το σκοτώσουν να ησυχάσει!

Κανείς δεν είπε πως είναι κρίμα.  Ήταν μίσος για ένα παιδάκι;  Ναι. Ήταν.

Κεφ. Στ (σελ. 101-102)

Βρήκαμε ένα πτώμα φουσκωμένο, μαύρο, μισοφαγωμένο απ’ τα τσακάλια. Παρακάτω βρήκαμε κι άλλα τέτοια λέσια. Τα μυριζόμαστε στον αγέρα.

– Θα φανεί!

Σε λίγο φαινόταν. Θα ‘ταν από καμιάν άλλη αποστολή πριν από μας.

Κοντεύαμε σ’  ένα ρέμα. Ακούμε μιαν εξαντλημένη γυναικεία φωνή που καλούσε. Κοιταχτήκαμε μες στα μάτια.

Μας τράβηξαν προς τη φωνή. Σε λίγο τη βρήκαμε. Ήταν μια Χριστιανή. Τα φουστάνια της ήταν κομμένα, πεταμένα δίπλα, απ’ τη μέση και κάτου, σχεδόν γυμνή. Οι δύο γυναίκες που είχαμε μαζί μας τρέξαν κοντά της, μα οι στρατιώτες τις μπόδισαν. Στέκαμε κάμποσα μέτρα αλάργα, και κοιτάζαμε. Ο αρχηγός του αποσπάσματος τη ρώτησε να μάθει. Ήταν σε μια προηγούμενη αποστολή. Αυτή ήταν ετοιμόγεννη, απόβαλε, την παράτησαν εκεί να τυραγνιστεί ώσπου να πεθάνει. Πάνου στα χαμόκλαδα, πηχτά κομμάτια αίμα γυάλιζαν στον ήλιο σα γιούσουρο.

Ο λοχίας έφτυσε με αηδία. Η γυναίκα τραβούσε ένα στρατιώτη απ’ το παντελόνι, να τη σκοτώσει. Αυτός γύρεψε διαταγή. Του είπαν να μην την πειράξει. Έτσι την αφήσαμε ζωντανή και προχωρήσαμε.

 Κεφ. ΙΑ΄ (σελ.  175-177)

Ο γιατρός πέρασε και με είδε. Ύστερα έστειλε ένα στρατιώτη και με πήγε στο ιατρείο του. Το χρησιμοποιούσε και για κατοικία.

Μου δείχνει να καθίσω.

– Είσαι πολύ νέος, μου λέει. Τι δουλειά έκανες;

– Πήγαινα σχολείο.

– Ε, και πως σε πιασαν;

– Έτσι.

Ο γιατρός σωπαίνει – σίγουρα δε βρίσκει τη γαλλική λέξη να αρχίσει τη νέα κουβέντα.

– Δεν ξέρεις τούρκικα; με ρωτά αργότερα.

– Όχι ό,τι μαθαίνω τώρα.

Πάλι σωπαίνει. Ύστερα λέει πως πρέπει, έτσι αδύνατος, να μη δουλέψω κάμποσες μέρες. Μα πως να γίνει; Σκέφτεται να βρει, τέλος το βρίσκει:

– Θα πω πως θα ‘χεις δουλειά σε μένα. Να μεταφράζεις φραντσέζικες οδηγίες.

Έτσι έγινε. Πήγαινα το πρωί στο ιατρείο και γύριζα το βράδυ στο κουβούσι μας. Ο γιατρός μου έδωσε ένα παντελόνι και ένα ζευγάρι αρβύλες. Κάθε βράδυ με γεμίζε ψωμιά.

– Για τους συντρόφους σου.

Είχε κάτι οδηγίες φραντσέζικες για φάρμακα. Δεν του ήταν εύκολο να τις εξηγήσει. Μήτε με το λεξικό. Γιατί τα ‘χανε στους χρόνους, δεν ήξερε να βρει το απαρέμφατο. Λοιπόν τον βοηθούσα σ’ αυτό. Έβρισκα τη γαλλική λέξη στο γαλλοτουρκικό λεξικό και του έδινα να διαβάσει την αντίστοιχη τουρκική. Έτσι δουλεύαμε ώρες.

Ήταν πολύ νέο παιδί, μόλις είχε βγει απ’ το Πανεπιστήμιο, με θερμα ανατολίτικα μάτια. Ανθυπίατρος.

Μια μέρα μεταφράζαμε μια οδηγία. “Pous les jeunes meres”.

Έψαχνα για τη λέξη. Τη βρίσκω και του δίνω το λεξικό. Τα χέρια μου μένουν έτσι με το βιβλίο. Δεν το παίρνει.

Γυρίζω και τον κοιτάζω. Μ’ έβλεπε κατάματα.

– Ηλιά… (πάντα με φώναζε έτσι, τονίζοντας το ά.) Έχεις μητέρα;

– Ναι ,του λέω. Έχω.

– Γλίτωσε;

– Ναι γλίτωσε.

Έμεινε σιωπηλός. Έκανε κάτι να πει, μα σταματήσαμε. Συνεχίσαμε τη μετάφραση. Ως το βράδυ ήταν κατσουφιασμένος.

Αναρωτιόμουν: τι έπαθε;

Το άλλο πρωί ο γιατρός έφυγε στον Κιρκαγάτς. Θα γύριζε το βράδυ. Έμεινα με τον υπηρέτη του, τον Ισμαήλ, και τον βοήθησα να μαγειρέψει.

Σαν τελειώσαμε τις δουλειές μας καθίσαμε.

Ο Ισμαήλ ήταν ένα αγαθό ζο απ’ το Ντιάρμπεκιρ. Μ’ έβλεπε να κουλαντρίζω με τον αφέντη του κάτι βιβλία «σου καντάρ», τα λεξικά, να του μιλώ φραντσέζικα και ο θαυμασμός του ήταν τόσο απεριόριστος που φούσκωνε στα μάτια του. Δεν ξέρω για τι είδους ον με περνούσε.

Τσάτρα πάτρα κουβεντιάζαμε.

– Από πού είναι ο Κιαμήλ – μπέης; τον ρωτάω για το γιατρό.

– Απ’ την Προύσα, μου λέει.

– Εκεί είναι η φαμίλια του;

– Ναι. δηλαδή ο πατέρας του. Τη μάνα του… Αυτήν τη σκότωσαν οι δικοί σας.

Ο Ισμαήλ λέει κι άλλα πολλά. Δεν τον ακούγω. Ναι, είναι γιατί δεν τα πολυκαταλαβαίνω.

κεφάλαιο ΙΖ΄ (270-279)

Οι μαφαζάδες που μας φυλάνε είναι μεγάλες ηλικίες. Όλοι απ’ τα βαθιά της Ανατολής, στον καιρό του πολέμου το ‘χαν σκάσει στα βουνά. Το κουβέρνο τότες δεν μπορούσε να τους κυνηγήσει. Μα, τώρα που κάλμαρε το μέτωπο κι ο Έλληνας έφυγε, άνοιξαν τα παλιά κατάστιχα και τους μάζεψαν έναν έναν κι επειδή σε τέτοια ηλικία δεν ήταν πια βολετό να μάθουν να σκοτώνουν ανθρώπους πολιτισμένα, τους βάλαν βοηθητικούς να φυλάνε εμάς.

Στην αρχή τούς είπαν πως θα υπηρετήσουν τρεις μήνες. Οι μήνες γίναν έξι, γίναν εφτά, οχτώ, κι αυτοί ολοένα μέναν μαζί μας και ζυμώνουνταν.

Οι πιο πολλοί τους έχουν γενειάδα. Σιγά σιγά έπιασαν να ‘ρχουνται τα βράδια στις παρέες μας. Ψάχνουν με τα δάχτυλα τα γένια τους και λεν, κοιτάζοντας με τ’ αγαθά μάτια τους κάπου:

– Αχ, μεμλεκέτ!… (πατρίδα).

Μας λεν τον καημό τους, μας ρωτούν τι να κάμουν.

Δεν έχουμε πολύ κέφι γι’ αυτές τις παρέες. Τους ακούμε σχεδόν ψυχρά – ανάμεσά τους κι ανάμεσά μας υπάρχει ο σκληρός τοίχος. Αυτοί δεν είναι που μας κρατούν δεμένους; Τους μισούμε – πρέπει. Κι αν καμιά φορά πιάνεις τον εαυτό σου αφηρημένο σα να ‘χει ξεχάσει τον «τοίχο», δε χρειάζεται παρά μια σπίθα μυαλό. Φέρνεις πάλι τότες, ντροπιασμένος, τον κρύο οχτρό στο προσκήνιο.

Μια μέρα οι μαφαζάδες μάθανε –το ‘γραφε λέει το φύλλο – πως οι ηλικίες τους απολυθήκαν.

– Τι να κάνουμε; Τι να κάνουμε;

Έρχουνται και μας ρωτούν γεμάτοι απελπισία.

Ένας δικός μας τους ορμηνεύει τότες να σηκωθούν να βγουν στο Διοικητή αναφορά. Έτσι γίνεται, τους λέει, στο στρατό. Θα του πείτε: «Θέλουμε το χαρτί μας!»

Κοιτάζουνται μ’ απορία: Μα έχουν την άδεια, λοιπόν, να κάμουν κάτι τέτοιο;

– Και βέβαια την έχετε!

Δεν ξέραν με τι τρόπο να μας φχαριστήσουν για την ορμήνια. Βγάλαν συναμεταξύ τους μιαν επιτροπή από έξι. Μέσα σ’ αυτουνούς ήταν κι ένας Αράπης.

Σύμφωνα με τις οδηγίες μας ζήτησαν πρώτα τον υπαξιωματικό, αυτός τους πήγε στο λοχαγό κι από κει τους παρουσίασαν στο Διοκητή, το Γιαννιώτη.

– Τι θέλετε, ουλάν;

– Το χαρτί μας θέλουμε για το μεμλεκέτ! Το λεν οι γαζέτες.

– Τι έκανε λέει;

– Το χαρτί μας για το μεμλεκέτ!

Ωχ, που να ‘σουν, μάτια μου! Ο Γιαννιώτης τα ‘χασε. Ήταν ένα πράμα ακατανόητο για τον τούρκικο στρατό. Τόσα χρόνια μπίνμπασης δε θυμόταν κάτι παρόμοια φοβερό.

– Ποιος σας ορμήνεψε, κερατάδες! Ποιος σας ορμήνεψε; φώναζε έξω φρενών.

Φοβισμένοι σα ζαρκάδια τού το είπαν: Οι σκλάβοι. Αυτοί ξέρουν. Απασχολημένος κείνη την ώρα, διέταξε να τους κλειδώσουν, όλη την επιτροπή, σ’ ένα κελί. Ήταν βράδυ. Αύριο θα τους κανόνιζε.

Η είδηση γέμισε πίκρα όλους τους άλλους μαφαζάδες, που περίμεναν με αγωνία το αποτέλεσμα. Ήμαστε κι εμείς λυπημένοι. Χωρίς λόγο. Τι μας ένοιαζε;

Την άλλη μέρα ξημέρωνε Παρασκευή. Ο Διοικητής κατά τις δέκα η ώρα διάταξε να μαζευτούν όλοι οι λόχοι των σκλάβων στο ύπαιθρο, έναν μεγάλο τόπο. Ήταν εκεί και ο λόχος των μαφαζάδων.

Σε λίγο φέραν τους έξι στρατιώτες που είχαν βγει χτες στην αναφορά. Φέραν και τρεις σκλάβους, κατηγορημένους απ’ τους δικούς μας τους τσαουσάδες γιατί δεν τους κάναν τα θελήματα.

Τους ξεγυμνώνουν όλους ως τη μέση. Μ’ ένα μεγάλο σκοινί τούς δέ­νουν, τον ένα με τον άλλο, και τους εννιά αράδα. Ύστερα, τι δυο άκρες το σκοινί το πιάνουν, απ’ τη μια κι απ’ την άλλη, από δυο στρατιώτες. Σαν τελείωσε η προετοιμασία τούτη ήρθε ο Διοικητής. Από πίσω του τρεις τέσσερις αξιωματικοί. Ο Γιαννιώτης, με δεμένα τα χέρια του στις πλάτες, προχωρεί νευρικά μπρος στην αράδα τους δεμένους. Τους κοιτάζει μες στα μάτια, έναν ένα. Τσιμουδιά. Ύστερα γυρίζει πίσω. Ξαναπερνά από μπροστά τους, έναν ένα. Κι ύστερα άξαφνα, απότομα ξέσπασε η θύελλα:

– Παλιόσκυλα! Παλιόσκυλα! Παλιόσκυλα!

Χτυπούσε με το καμτσίκι από στριμμένο τέλι στο κεφάλι, στα μάτια, στα γυμνά κορμιά. Λάφαζε, ίδρωνε, έπαιρνε δύναμη τρέχοντας ζερβά δεξιά σα να τη ζητούσε, κι ολοένα, χτυπούσε λυσσασμένα, αβάσταχτα, τυφλά. Οι δεμένοι φώναζαν σπαραχτικά, κάναν ασυναίσθητα μια προσπάθεια να συρθούν πότε απ’ το ένα μέρος, πότε απ’ τ’ άλλο. Μα οι στρατιώτες με το σκοινί βαστούσαν την ισορροπία στη διελκυστίνδα.

Σαν απόκαμε πια να χτυπά φώναξε ένα στρατιώτη και του έδωσε το νεύρο. Ο στρατιώτης ήταν απ’ την ίδια κλάση, η μοίρα του ήταν με τους έξι.

– Χτύπα! Χτύπα!

Κι αυτός, τρέμοντας, χτυπούσε νευρικά, αδέξια, μπρος στα μάτια του Διοικητή, που σφούγγιζε τον ίδρο του.

Παρακολουθούσαμε τη σκηνή με σφιγμένα δόντια. Στα δασιά στήθια των δεμένων έτρεχε το αίμα – θα ‘τρεχε και στον Αράπη, μα σ’ αυτόν δε φαινόταν επειδή ήταν μαύρος. Βλέπαμε μονάχα πως άνοιγε το στόμα του και το σφαλνούσε σπασμωδικά, σα να κατάπινε τον αγέρα γουλιά γουλιά.

Τέλος ο Διοικητής αποτραβήχτηκε.

– Θα δουλέψουν δέκα μέρες με τους σκλάβους! διατάζει για τους έξι στρατιώτες.

– Μάλιστα!

Σαν τους λύσαν, οι πιο πολλοί πέσαν καταγής βογκώντας. Μονάχα ο Αράπης, μόλις έμεινε λεύτερος, έπιασε να τρέχει, πηδούσε σαν κατσίκι, ένα κορμί ίσαμε κι πάνου – θα ‘θελε φαίνεται να ζεσταθεί.

Τον κυνήγησαν και τον πιάσαν.

Σκορπίσαμε μες στο στρατόπεδο ομάδες ομάδες. Ένα απροσδιόριστο κύμα μεγάλωνε, μεγάλωνε, φούσκωνε – μια γιγαντωμένη προσπάθεια προς τα ψηλά. Και οι άνθρωποι, το πλήθος, ολοένα συνθλίβονταν απ’ το τεράστιο κενό:

– Σε τι λοιπόν ξεχωρίζανε αν ήταν Χριστιανοί για Τούρκοι;

Σε τι ξεχωρίζανε; Εμείς ήμαστε γεσήρ, ήμαστε δεμένοι. Εμ αυτοί που ήταν λεύτεροι; Το αίμα αυλάκωσε και τα εννιά κορμιά -τι διαφορά είχε; Μονάχα ο Αράπης – ε, αυτός ήταν μαύρος.

Το ίδιο βράδυ. Νύχτα. Τώρα που καλοκαίριασε οι πόρτες στα κουβούσια μας μέναν ανοιχτές. Ένας σκοπός φύλαγε πάντα.

Αυτό το βράδυ στο δικό μας το κουβούσι φύλαγε σκοπός ο στρατιώτης που τον είχαν βάλει το πρωί να μαστιγώσει τους συντρόφους του. Είναι συντριμμένος. Του λέμε να μην πικραίνεται. Ό,τι έγινε έγινε.

– Γιατί; παραπονιέται μελαγχολικά. Γιατί να μας ανοίξετε τα μάτια;

Κοντεύαν μεσάνυχτα. Ολόζεστη η καλοκαιρινή βραδιά. Ξαπλωμένοι δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ένας νέος διάολος: Συλλογιόμαστε. Όλο το κουβούσι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Μονάχα εκεί, προς το μέρος του μαφαζά, άναβε ένα λυχνάρι. Εκεί δίπλα ήταν το γιατάκι του Μιχάλ-τσαούς.

Ο σκοπός είχε καθίσει χάμω. Το όπλο του μες στα σκέλια. Θαρρούσαμε πως ξαγρυπνούσε.

Ξαφνικά ένας λέει σιγά:

– Κοίτα!…

Από στόμα σε στόμα πήρε είδηση όλο το κουβούσι. Κοιτάζουμε:

Στο λίγο φως, στην πόρτα, διακρίνουμε τον επιλοχία του στρατόπεδου. Ήταν ένα νεαρό τριζάτο κέρατο. Έκανε έφοδο. Πατώντας στις μύτες των παπουτσιών του πλησιάζει το μαφαζά και σιγά, με προσοχή, του παίρνει το όπλο απ’ τα χέρια. Κοιμόταν.

Με το όπλο στο χέρι ο επιλοχίας ρίχνει μια ματιά γύρω του. Κοιτάζει προς το γιατάκι του Μιχάλ-τσαούς. Αυτός ροχάλιζε, μα ο υπηρέτης του, το τσανάκι, παρακολουθούσε τη σκηνή.

Ο επιλοχίας τού γνέφει: σουτ! Ύστερα πάει κοντά του, του δίνει το ό­πλο και κάτι του λέει. Ύστερα, με προσοχή, βγαίνει όξω και χάνεται στο σκοτάδι.

Παρακολουθήσαμε τη σκηνή γεμάτοι αγωνία. Καταλάβαμε. Πήγαινε να ειδοποιήσει τον αξιωματικό: Εν ώρα υπηρεσίας το όπλο του σκοπού στα χέρια ενός σκλάβου! Και ο σκοπός ροχαλίζοντας! Αν δεν ήταν κρεμάλα, θα ‘ταν φυλακή για όλη του τη ζωή.

Τότες σ’ όλο το κουβούσι αμολήθηκε ένα υπόκωφο βογκητό. Ολοένα δυνάμωνε, σαν τα βόδια που τα σφάζουν. Στην αρχή σαλάγιξε μια σκιά και σηκώθηκε. Ύστερα άλλη, ύστερα όλο το κουβούσι βρέθηκε στο ποδάρι. Με νευρικά κινήματα βιαζόμαστε προς την πόρτα. Ήμαστε ίσαμε ογδόντα άνθρωποι, στοιβαγμένοι, με αγκρηλωμένα μάτια.

– Δώσ’ το τουφέκι! λέει ο Μίλτος απειλητικά στο τσανάκι.

Αυτός κάνει να μην ακούσει, κιχ μιχ, ρίχνει μια ματιά δίπλα στον αφέντη του τον Μιχάλ, που ροχάλιζε μεθυσμένος απ’ το χασίς.

– Γρήγορα, σκουλήκι! Δώσ’ το!

Στο μεταξύ άλλοι είχαν τρέξει προς το μαφαζά. Τον ξύπνησαν. Κοίταζε με τα ξαφνιασμένα μάτια του τόσους ανθρώπους από πάνω του, δεν μπορούσε να καταλάβει.

– Γρήγορα! Γρήγορα!

Του το ξηγούμε με λίγα λόγια, αρπούμε το τουφέκι απ’ το τσανάκι και του το δίνουμε. Ύστερα τρέχουμε να βρεθούμε στον τόπο του ο καθένας. Όλα αυτά γίνανε μέσα σ’ ένα δυο λεπτά.

Δεν είχαμε καλά καλά ξανακαθίσει σαν φάνηκε ο μουλαζίμ εβέλ, ο επιλοχίας και δυο στρατιώτες. Νευρικοί, βιαστικοί. Μόλις τους διακρίνει ο σκοπός παίρνει στάση προσοχής.

Ο αξιωματικός κοιτάζει με απορία και θυμό τον επιλοχία:

– Πού είναι;

Αυτός τα ‘χασε: Μα ναι, ναι, τον είδε με τα μάτια του, βεβαιώνει.

– Ουλάν, δεν κοιμάσουν;

– Εγώ; Όχι! λέει ο στρατιώτης.

Ο επιλοχίας, αποσβολωμένος, κοιτάζει προς το μέρος του Μιχάλ, να δει το τσανάκι. Μα είχε χαθεί απ’ το φόβο το δικό μας. Κάπου θα είχε χωθεί.

Ο μουλαζίμ – εβέλ χτυπά φουρκισμένος το καμτσίκι στις μπότες του. Ύστερα, για να ξεσπάσει κάπου, που τον ανησύχησαν, το κατεβάζει μια στα μούτρα του σκοπού. Γυρίζει απότομα και φεύγει.

Έτσι με τον καιρό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τυφλά αρχίσαμε, οι μαφαζάδες κι εμείς, να ερχόμαστε σιμά. Να πλησιάζουμε. Τα βράδια έρχουνται πιο ταχτικά και κάνουν παρέα μαζί μας. Λέμε μαζί τα βάσανά μας. Και στην κουβέντα δε μας λεν πια «γεσήρ». Με τη βαριά ανατολίτικη φωνή τους το προφέρνουν γεμάτο θερμότητα και καλοσύνη:

– Αρκαντάς (σύντροφε).

Στις δουλειές που πάμε μήτε χτυπούν πια μήτε βλαστημούν. Σαν δεν είναι μπροστά κανένας ρωμιός τσαούς κάνουν πως δεν βλέπουν και μα α­φήνουν να καθόμαστε. Τουτουνούς τους τσαούς τους τρέμουν, γιατί τους σπιγουνεύουν άναντρα στους αξιωματικούς.

Το μεσημέρι, στο «παϊντός», ξαπλώνουμε μαζί κάτω απ’ τον αψύ ήλιο και τρώμε το ψωμί μας. Μιλούμε φιλικά, κι έτσι πολλές φορές περνά η προσδιορισμένη ώρα για ανάπαυση. Τότες αυτοί, φοβισμένοι, μας σηκώνουν ήμερα ήμερα, σα να μας παρακαλούν:

– Άιντε, συντρόφοι, σηκωθήτε.

Σηκωνόμαστε με βαριά καρδιά να ξαναπιάσουμε δουλειά. Κι αυτοί, σα να φοβούνται μη βαρυγκομούμε μαζί τους, μας χτυπούν στον ώμο φιλικά:

– Τι να κάμουμε, αρκαντάς; Ο θεός να μας λυπηθεί, κι εσάς κι εμάς. Να μας λυπηθεί. «Κι εσάς κι εμάς». Το λεν πια σχεδόν μόνιμα. Άρχισαν να μη μπορούν να ξεχωρίζουν τις δυο μοίρες, τη δική τους και τη δικήμας. Τρέμουν τους αξιωματικούς τους και τους τσαουσάδες τους δικούςμας. Αυτούς τους ίδιους μισού με κι εμείς. Ικετεύουν για το «μεμλεκέτ», έ­να καλύβι κάπου. Κι εμείς.

Λοιπόν;

Όλοι τους είναι φουκαράδες. Μα πολύ. Δεν τους δίνουν τίποτα για χαρτζιλίκι. Φαίνεται τους κλέβουν οι αξιωματικοί. Υποφέρνουν απ’ όλες τις στερήσεις, ακόμα κι απ’ τον καπνό. Εμείς μαζεύουμε αποτσίγαρα λεύτερα – αυτοί, όσο να ‘ναι, διστάζουν. Δε θέλουν να ταπεινωθούν τόσο. Μα, άμα δεν τους βλέπουμε…

Οι δικοί μας, όσοι δουλεύοντας στους χωριάτες οικονομούμε τίποτε πεντάγροσα, τα κάνουν πάντα καπνό. Μας κερνούν. Ο μαφαζάς βλέπει. Το φιτίλι περνά και σ’ αυτόν. Τυλίγει το τσιγάρο, δίνει πίσω το φιτίλι. Το κεφάλι χαμηλά. Το τσακμάκι. Ανάβει. Τότες μονάχα, μαζί με την πρώτη ρουφηξιά, τα μάτια σηκώνουνται. Δε λέει τίποτα.

Α, είναι μεγάλο πράμα δυο μάτια που ακινητούν έτσι…

Ώρες ώρες αποτραβιούνται μονάχοι τους σε μια γωνιά. Κοιτάζουν στο βάθος κι αρχίζουν τραγούδια της πατρίδας τους. Τους έχουν μάθει ένα πολεμικό θούριο: «Ανγκαρανίν τασινά μπακ…» Οι γεροί, ρωμαλέοι τόνοι αδυνατίζουν στα χείλια τους, μερώνουν. Κι έτσι που τους τραγουδούν παίρνουν κάτι σαν από μοιρολόι:

Κοίτα κατά το βράχο της Άγκυρας,

κοίτα τα δακρυσμένα μάτια μας…

source

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s