Σμύρνη, Αύγουστος 1922

Αύγουστος 1922.
Χιλιάδες πρόσφυγες κατακλύζουν τη Σμύρνη. Ανησυχία επικρατεί. Τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων συγκεντρώνονται στο λιμάνι, για να προστατέψουν τα μέλη των ξένων παροικιών. Ακολουθεί πανικός, όταν στις 26 Αυγούστου, ο συγκεντρωμένος ελληνικός στρατός ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη Μ. Ασία.
27 Αυγούστου μπήκαν στην πόλη τα τουρκικά στρατεύματα.
Ο Νουρεντίν πασάς παρέδωσε στον τουρκικό όχλο το Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, ο οποίος θανατώθηκε μετά από φρικτά βασανιστήρια μαζί με μέλη της δημογεροντίας.
Αρκετές μέρες κρατούν οι σφαγές και λεηλασίες. Τουλάχιστον 5000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους.

Στις 31 Αυγούστου εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην αρμενική συνοικία, που λόγω του ανέμου, επεκτάθηκε στην ελληνική συνοικία. Αμερικανοί αυτόπτες μάρτυρες είδαν Τούρκους στρατιώτες να μεταφέρουν δοχεία με πετρέλαιο.
Με αγωνία και πανικό ο πληθυσμός καταφεύγει στην προκυμαία, για να επιβιβαστεί σε πλοία. 300.000 άνθρωποι στο στενό χώρο της προκυμαίας, ανάμεσα στις φλόγες και στο λιμάνι της σωτηρίας που ελπίζουν. Τα πολεμικά πλοία των Συμμάχων τήρησαν θέση ουδέτερη-απλού παρατηρητή, δεν βοήθησαν ή ακόμα εμπόδισαν την επιβίβαση και σωτηρία των κατοίκων. Όσα ελληνικά πλοία ήταν εκεί βοήθησαν όσο μπορούσαν στη διάσωση. Πολλοί πέφτουν στη θάλασσα και πνίγονται μέσα στον πανικό. Οι υπερφορτωμένες βάρκες ανατρέπονται και βυθίζονται…

Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναυάρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι τής Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας!
Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια τής χαράς για να μη φτάνουν ίσαμε τ’ αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πώς μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!  

Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ   «Ματωμένα χώματα»

Οι αρχές δεν ενδιαφέρθηκαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Κάτοικοι που προσπάθησαν να απομακρυνθιύν εμποδίστηκαν από Τούρκους στρατιώτες.

Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν νά ‘ναι μώλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χαντζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!
-Βουρ, κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τούς κερατάδες!).
Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς  γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του  Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τούς τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις ‘Άγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε. Απ’ τον Αι-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει.

Δ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ   «Ματωμένα χώματα«

«…few bombs over the turkish heads from the allience navy, would be enough to stop the masasacres at least! but they prefered the neutrality and the new order…»

Ernest Heminway (ήταν στη Σμύρνη το 1922 ως ανταποκριτής αμερικανικής εφημερίδας)

Η φυγή των προσφύγων θα συνεχιστεί για πολύ καιρό. Την προσέγγιση στο λιμάνι ελέγχουν οι Τούρκοι και επιτρέπουν σε όσους έχουν άδεια. Οι υπόλοιποι και κυρίως οι άνδρες ξεχωρίζονται από τις οικογένειές τους,  συλλαμβάνονται και εκτοπίζονται στο εσωτερικό.

…αιχμάλωτοι εκτοπίστηκαν στα βάθη της Μ. Ασίας

1.500.000 πρόσφυγες κατάφεραν να φθάσουν στα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όσοι δεν τα κατάφεραν και έμειναν πίσω ή έχασαν τη ζωή τους μέσα στην πόλη ή συνελήφθησαν και αιχμάλωτοι εκτοπίστηκαν στα βάθη της Μ. Ασίας.

πηγή

Βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ

μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πρόσβαση στα βίντεο…Φεβ 2014, τα βίντεο επανήλθαν!!!

Βίντεο.1 διάρκεια 00:39:41:24

Η ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας και των γεγονότων που οδήγησαν στην Μικρασιατική Καταστροφή τον Αύγουστο του 1922. Παρουσιάζονται συνεντεύξεις προσφύγων πρώτης γενιάς, καθώς

και ιστορικά τεκμήρια που εξηγούν τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Ακούγονται αποσπάσματα από την αλληλογραφία στρατιωτών, στα οποία διαφαίνεται η κούραση και η εξαθλίωση αυτών των ανθρώπων. Παράλληλα, μέσα από αρχειακό υλικό και φωτογραφίες παρακολουθούμε την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, τη Συνθήκη των Σεβρών, την απόπειρα δολοφονίας του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, τη ΒΟΥΛΗ των ΛΑΖΑΡΩΝ, την πορεία του βασιλιά ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Β’, το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών των μικρασιατικών παραλίων, τη μάχη στο Σαγγάριο ποταμό, και τελικά την παράδοση της Σμύρνης στις φλόγες και το διωγμό των Ελλήνων.

Βίντεο.2 διάρκεια 00:35:19:00

Η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ κατά τη διετία 1919-1920, με τις ευλογίες των συμμαχικών δυνάμεων, δηλώνει αφενός τη συνέχιση του πολέμου και αφετέρου την υπερδιέγερση της τουρκικής οργής που εκδηλώνεται με έκτροπα. Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ μοιράζεται σε Έλληνες και Σέρβους με την υπογραφή της Συνθήκης του ΝΕΪΓΥ (27 Νοεμβρίου 1919), ενώ τη Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη του ΣΑΝ ΡΕΜΟ (Απρίλιος 1920) θα απασχολήσει ο έλεγχος των πετρελαίων στην Ανατολή και η προέλαση των ελληνικών δυνάμεων στο εσωτερικό της ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ. Ό, τι προανακοινώνεται στο ΣΑΝ ΡΕΜΟ επικυρώνεται στη Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920), με τα ελληνικά συμφέροντα να ικανοποιούνται μόνο σε ΣΜΥΡΝΗ και ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ και μόνο στα χαρτιά. Δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών εκδηλώνεται απόπειρα δολοφονίας κατά του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, το πολιτικό σκηνικό αλλάζει με τον αιφνίδιο θάνατο του Βασιλιά ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ και τη θριαμβευτική επιστροφή του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (6 Δεκεμβρίου 1920), μετά το σχετικό με την επάνοδό του δημοψήφισμα (22 Νοεμβρίου 1920), την ήττα του ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ στις εκλογές (Νοέμβριος 1920) προς έκπληξιν όλων, την αυτοεξορία του και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΓΟΥΝΑΡΗ.

Βίντεο.3 διάρκεια 00:35:47:08

Στο επεισόδιο που αναφέρεται στα γεγονότα του 1922 παρακολουθούμε πλάνα από την καταστροφή της ΣΜΥΡΝΗΣ, τα κύματα των προσφύγων να βαδίζουν στην ενδοχώρα της ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ και να συρρέουν στα πλοία για να κατευθυνθούν στα νησιά του ΑΙΓΑΙΟΥ και τους πανηγυρισμούς των Τούρκων μετά την κατάληψή της πόλης. Σε κινηματογραφικά Επίκαιρα της ΑΜΕΡΙΚΗΣ όμως, παρακολουθούμε όχι την πραγματική εικόνα της Καταστροφής της ΣΜΥΡΝΗΣ, αλλά τη σκηνοθετημένη συμβολή της αμερικανικής δύναμης στην εκκένωση της πόλης. Επίσης, γίνεται αναφορά στο ραδιόφωνο, τον Τύπο και τις σκανδαλοθηρικές εφημερίδες αλλά και στα κινηματογραφικά Επίκαιρα της εποχής. Στα σημαντικά διεθνή γεγονότα παρουσιάζεται η Συμφωνία του ΡΑΠΑΛΟ μεταξύ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ και ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ (Απρίλιος 1922), ενώ γίνεται αναφορά στην άνοδο του ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ-και κατά συνέπεια του Φασισμού-στην ΙΤΑΛΙΑ, στη συνεχή οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ και στην επεμβατική τους πολιτική στις χώρες της ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ. Στα καλλιτεχνικά νέα κυριαρχούν η οπερέτα και το βαριετέ στην ελληνική θεατρική σκηνή και το νέο αισθητικό κίνημα του σουρεαλισμού.

Βίντεο.4 διάρκεια 00:08:45:01

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Πλάνα από τη θάλασσα δείχνουν τα σπίτια στην προκυμαία της ΣΜΥΡΝΗΣ παραδομένα στις φλόγες, ενώ πυκνός καπνός τυλίγει ολόκληρη την πόλη. Άνδρες και γυναίκες με ποικίλες ενδυμασίες βαδίζουν στην προκυμαία κουβαλώντας τα υπάρχοντά τους. Στο λιμάνι διακρίνεται μεγάλο πλοίο με ξένη σημαία, ενώ οι πρόσφυγες προσπαθούν να προσεγγίσουν με βάρκες τα πλοία που θα τους μεταφέρουν μακριά από τον τόπο της καταστροφής. Σύντομη σκηνή από το κατάστρωμα ενός πλοίου που είναι γεμάτο γυναικόπαιδα. Μέσα στη νύχτα η ΣΜΥΡΝΗ εξακολουθεί να φλέγεται. Γενική άποψη των ερειπωμένων συνοικιών της πόλης με τους σκελετούς των σπιτιών. Ακολουθεί γενική άποψη της ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ μετά την εκκένωσή της από τον ελληνικό πληθυσμό. Οι δρόμοι έχουν ερημώσει, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα στέκεται μόνη στην πόρτα του σπιτιού της αρνούμενη να το εγκαταλείψει. Σ’ ένα δρόμο διακρίνεται άνδρας με όπλο, ο οποίος περιπολεί. Αγρότες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη μεταφέρουν τα υπάρχοντά τους με καμήλες, κάρα και βοϊδάμαξες. Τα καραβάνια προχωρούν με δυσκολία στους αγροτικούς δρόμους. Σε μια στιγμή ανάπαυλας μια ομάδα προσφύγων γευματίζει στο ύπαιθρο καθισμένη κυκλικά στο έδαφος γύρω από ένα ταψί. Ο φακός καταγράφει τα βασανισμένα πρόσωπα των ανθρώπων. Φορτηγό τρένο μεταφέρει καρβέλια ψωμί. Άλλα τρένα, γεμάτα πρόσφυγες στις σκεπές των βαγονιών, περνούν από περιοχή όπου έχει στηθεί μεγάλος καταυλισμός με κωνικές σκηνές. Τα πλοία με τους πρόσφυγες φθάνουν στο λιμάνι του Πειραιά. Οι νεοαφιχθέντες ξεφορτώνουν αποσκευές στην πλημμυρισμένη από κόσμο προκυμαία. Σε εργοστάσιο του Πειραιά στεγάζονται προσωρινά πρόσφυγες, άνδρες και γυναικόπαιδα. Ένας γιατρός και μια νοσοκόμα επισκέπτονται τον καταυλισμό για να εμβολιάσουν τα παιδιά. Ομάδα παιδιών ποζάρουν στο φακό κι ένα από αυτά κλαίει. Εικόνες από την καθημερινή ζωή στον πρόχειρο καταυλισμό. Γυναίκες ασχολούνται με τη φροντίδα των παιδιών και το νοικοκυριό, ενώ σ’ ένα τοίχο διακρίνονται οι θρησκευτικές εικόνες που έφεραν μαζί τους. Σε αποβάθρα του ΠΕΙΡΑΙΑ πρόσφυγες μαζεύουν την τζίβα που έχουν ξεφορτώσει τα καράβια, για να φτιάξουν στρώματα. Γυναικόπαιδα με δοχεία στα χέρια περιμένουν μέσα στο κρύο να αρχίσει η διανομή του συσσιτίου. Εικόνες από προσφυγικό καταυλισμό στην ΑΘΗΝΑ. Πρόσφυγες στριμώχνονται για το συσσίτιο έξω από παράθυρο με κάγκελα. Σε δρόμο με χαμηλές μονοκατοικίες μεγάλη ουρά προσφύγων περιμένει για το συσσίτιο, το οποίο διανέμει ένας άνδρας από ανοιχτό παράθυρο. (Το υλικό αυτό τεκμηριώθηκε από το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)

 Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Η Μικρασιάτικη Καταστροφή του 1922, είναι η μεγαλύτερη εθνική συμφορά στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού.  Κι αυτό, γιατί αποτέλεσε την ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» που απέβλεπε στην επανένωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες. Κυρίως όμως, επειδή ξεριζώθηκε οριστικά ο ελληνισμός από την  περιοχή, με τον πιο δραματικό τρόπο. Τη μεγάλη αυτή συμφορά συνθέτουν, εκτός των άλλων, η κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, η πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους, οι μαρτυρικές πορείες των αιχμαλώτων και των ομήρων προς το εσωτερικό της Ανατολής. Επίσης η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων και η εκδίωξη των υπολοίπων από τις πατρογονικές εστίες τους, από το μικρασιατικό έδαφος και προ πάντων το ξερίζωμα του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.

Ελευθέριος Βενιζέλος – Μεγάλη Ιδέα

Ας ρίξουμε όμως μια σύντομη ματιά στην παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην ανατολή και στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από τα φοβερά γεγονότα του 1922.

Η παρουσία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα έντονη στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνος. Για το μικρασιάτικο ελληνισμό η Σμύρνη αποτελούσε οικονομικό, πολιτιστικό και εθνικό κέντρο, ιδιαίτερα για τους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους της ενδοχώρας.

Συνολικά στην οθωμανική αυτοκρατορία  ζούσαν 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού, κυριαρχούσαν οικονομικά, είχαν δε καταφέρει να διατηρήσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά παρ’ ότι αποτελούσαν μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον.

Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφαλαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας και  το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Έλληνες. Την ίδια χρονιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκει σε Έλληνες. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της αυτοκρατορίας. Οι Ρωμιοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμιών αγνοούσε την τουρκική.

Μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων του 1912-13 και το βορειοηπειρωτικό αγώνα του 1914 η Ελλάδα προσάρτησε στον εθνικό κορμό της τη Μακεδονία, τη Θράκη και τη  βόρεια Ήπειρο. Αποτέλεσμα αυτών των πολέμων ήταν να συρρικνωθεί σημαντικά η εδαφική επικράτεια της Τουρκίας. Ο μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπίσουν αυτό το γεγονός ήταν να τονωθεί το πατριωτικό τους συναίσθημα και η εθνολογική αύξηση του τουρκικού στοιχείου στη Μικρά Ασία. Έτσι από το 1913-14 ξεκίνησαν οι πρώτοι συστηματικοί διωγμοί εναντίον του μικρασιατικού ελληνισμού, μέχρι την οριστική εκδίωξη του με την τραγική καταστροφή του 1922.

Οι διώξεις του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, εκδηλώθηκαν σε 2 χρονικές περιόδους:

  • Στην πρώτη περίοδο έγιναν βίαιες μαζικές εκτοπίσεις των Ελλήνων της ανατολικής Θράκης, που από το Μάιο του 1914 επεκτάθηκαν και στη δυτική Μικρά Ασία. Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στη μητέρα πατρίδα, ενώ οι πολλοί και ανυποψίαστοι (περίπου 150.000 Έλληνες), μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
  • Στη δεύτερη φάση των διωγμών (1914-18) οργανώθηκε η εξοντωτική οικονομική αφαίμαξη των Ελλήνων, με πρόφαση τις αυξημένες ανάγκες της Τουρκίας για την κάλυψη των στρατιωτικών δαπανών του A΄  Παγκοσμίου Πολέμου. Το ίδιο διάστημα εφαρμόστηκε το μέτρο της υποχρεωτικής στράτευσης των ανδρών από ηλικίες 20 έως 45 ετών. Οι άνω των 45 ετών ήταν υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν στα «Τάγματα εργασίας», στα οποία έπρεπε να εργαστούν για την εκτέλεση επίπονων δημοσίων έργων. Από τη σκληρή εργασία, την κακή σίτιση και ελλιπή περίθαλψη, περίπου 250.000 Έλληνες βρήκαν τραγικό θάνατο στα βάθη της Ανατολής. Άλλο μέτρο για τη συστηματική εξόντωση των Ελλήνων ήταν οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από τα μικρασιατικά παράλια προς την ενδοχώρα, με αποτέλεσμα από τις πορείες, να πεθάνουν περισσότεροι από 750.00.

Τα πολεμικά γεγονότα της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Συνθήκη του Μούδρου (1918), η νικήτρια Αντάντ έδωσε στη Ελλάδα , τη στρατιωτική διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης για πέντε χρόνια. Τμήμα του ελληνικού στρατού αποβιβάζεται στις 2 Μαΐου 1919 στο λιμάνι της Σμύρνης με εντολή να καταλάβει ολόκληρη την ενδοχώρα της. Η παρουσία του ελληνικού στρατού προκάλεσε κλίμα συγκίνησης και ενθουσιασμού σε ολόκληρο το Μικρασιατικό ελληνισμό. Η Μεγάλη Ιδέα φαίνεται προς στιγμήν ζωντανή πραγματικότητα

Οι επιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού άρχισαν το Μάρτιο του 1921 προς την κατεύθυνση του Εσκί Σεχίρ όπου αντιμετώπισαν την αποτελεσματική αντίσταση του κεμαλικού στρατού. Τον Ιούνιο του1921 ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος εγκαθιστά το στρατηγείο του στη Σμύρνη με σκοπό να διευθύνει ο ίδιος  τις επιχειρήσεις.

Ο ελληνικός στρατός πολέμησε με ηρωισμό και έφτασε μέχρι το Σαγγάριο ποταμό (Αύγουστος 1921). Εκεί καθηλώθηκε για ένα χρόνο περίπου δίδοντας το χρονικό περιθώριο στον κεμαλικό στρατό να ανασυνταχθεί. Τον Αύγουστο του 1922 δέχτηκε τη συντονισμένη επίθεσητων αντιπάλων. Η γραμμή του μετώπου διασπάστηκε και άρχισε η υποχώρηση προς την Προποντίδα και τις δυτικές ακτές χωρίς σχέδιο σύμπτυξης.

Ο μικρασιατικός ελληνισμός έμεινε στο έλεος του κεμαλικού στρατού. Υπέστη ανελέητους διωγμούς και εκτοπίσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τον ξεριζωμό του από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Ολοκληρώνεται έτσι η επιδίωξη του εθνικού τουρκικού κινήματος που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 20ου  αιώνα, η εξαφάνιση των μειονοτήτων και ιδιαίτερα της ελληνικής, που ήταν και η πιο ισχυρή.

Η Σμύρνη με την ευρύτερη περιοχή της, πέφτει θύμα της τουρκικής καταιγίδας. Οι σφαγές και βιαιοπραγίες στο τελευταίο αυτό προπύργιο του χριστιανισμού και του ελληνικού πολιτισμού στη Εγγύς ανατολή, σφραγίζουν το τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας. Ο αμερικάνος πρόξενος G. Horton, θα περιγράψει την καταστροφή της με τα ακόλουθα λόγια: « Η διχόνοια ανάμεσα στο δυτικό κόσμο, ήταν εκείνη που επέτρεψε στους Τούρκους να σαρώσουν το χριστιανικό πολιτισμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, να κάψουν την Σμύρνη και να σφάξουν τους κατοίκους της μπροστά στα μάτια ενός πανίσχυρου στόλου ευρωπαϊκών και αμερικανικών πλοίων. Η  διχόνοια αυτή προσθέτει τώρα ανυπολόγιστο βάρος στο βαρύ φορτίο του λευκού». Και συμπληρώνει « … Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος».

 Το χρονικό καταστροφής της Σμύρνης και η καταδίκη της στην ορφάνια ξεκινά από τις 26 Αυγούστου του 1922. Το πρωί της μέρας αυτής, η Διοίκηση της Στρατιάς εξέδωσε τη Διαταγή εκκένωσης της Μικράς Ασίας.

Στις 27 του Αυγούστου η Γκιαούρ Ιζμίρ, η Σμύρνη δηλαδή, καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Οι βιαιότητες, οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι άλλες πρωτοφανείς ωμότητες ξεσπούν στη πόλη.

Στις 31 του Αυγούστου άρχισε ο εμπρησμός της. Με προδιαγεγραμμένο σχέδιο οι αρμένικες και στη συνέχεια οι ελληνικές συνοικίες παραδίδονται στις φλόγες. Ο  ευνοϊκός για τους Τούρκους άνεμος διευκόλυνε το έργο της καταστροφής, χωρίς να αγγίξει άλλες συνοικίες.

Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό Ἑλλη­νικόν Κράτος, ἀλλά καί σύμπαν τό Ἑλληνικόν Ἔθνος κατεβαίνει πλέον εἰς τόν Ἄδην, ἀπό τοῦ ὁποίου καμμία πλέον δύναμις δέν θα δυνηθῇ νά τό ἀναβιβάσῃ καί νά τό σώσῃ". (Φράση ἀπό ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης πρός τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο στίς 25.8.1922)

Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό Ἑλλη­νικόν Κράτος, ἀλλά καί σύμπαν τό Ἑλληνικόν Ἔθνος κατεβαίνει πλέον εἰς τόν Ἄδην, ἀπό τοῦ ὁποίου καμμία πλέον δύναμις δέν θα δυνηθῇ νά τό ἀναβιβάσῃ καί νά τό σώσῃ».
(Φράση ἀπό ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης πρός τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο στίς 25.8.1922)

Για να ολοκληρώσει η φωτιά το καταστροφικό της έργο, χρειάστηκε τέσσερις μέρες. Για να σβήσει καθετί που θυμίζει Ελλάδα ο Στρατηγός και νέος Διοικητής και πάλι της Σμύρνης Νουρεντίν εκδίδει άλλη ανθελληνικού χαρακτήρα διαταγή, με την οποία όλοι οι Έλληνες και Αρμένιοι ηλικίας 18-45 ετών, θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Ο λευκός θάνατος απέμενε σ’ αυτούς στα τάγματα εργασίας. Οι υπόλοιποι ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν την πόλη μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου διαφορετικά τους περίμενε κι αυτούς η αιχμαλωσία. Συνέπεια όλης αυτής της κατάστασης, ήταν να βρουν  τραγικό θάνατο χιλιάδες άνθρωποι, ενώ τα πληρώματα των ξένων πολεμικών πλοίων, παρακολουθούσαν τις δραματικές σκηνές που εκτυλίσσονταν στα μάτια τους. Το Ελεύθερο Βήμα στις 12-9-1922 απέδωσε την εικόνα της καταστροφής γράφοντας: «η Σμύρνη ολοκαυτώθη, ο ελληνισμός της εσφάγη. Αι γυναίκες της, αι παρθένοι, εγένοντο θύματα αιματηρής

ασελγείας. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος εκρεουργήθη αγρίως. Ίσως την στιγμήν αυτήν, δεν υπάρχει πλέον τίποτα, και σ’ όλη την μικρασιατικήν παραλίαν, που να ενθυμίζει Ελλάδα και Ελληνισμόν. Το όνειρο έσβησε. Και ίχνη χριστιανισμού δεν υπάρχουν πλέον καθ’ όλην την Ανατολήν…»

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Η σφαγή της Σμύρνης συγκλόνισε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Ακόμα και στη Γαλλία, η φιλοτουρκική πολιτική της οποίας καθόριζε την πληροφόρηση που παρείχαν οι δημοσιογράφοι, διογκώθηκαν τα αντιτουρκικά συναισθήματα. Μαρτυρίες συγκλονιστικές πιστοποιούν την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος.

Η Ελένη Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σμύρνης αφηγείται:
«…Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει. Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε! Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπίστηκαν και φύγανε κι αφήσαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού. Έφταναν οι στρατιώτες ξυπόλυτοι, γυμνοί, κουρελιασμένοι, πρησμένοι, νηστικοί. Οι Τούρκοι κατεβαίναν και σφάζαν τους Έλληνες. Το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας. Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Από τους κατοίκους του Μπουνάρμπασι έμειναν καμιά δεκαριά οικογένειες… Μερικοί κατάφεραν να φύγουν, σέρνοντας με την κοιλιά προς το Σικλάρι και από κει στη Σμύρνη. Τους άλλους όλους τους ατιμάσανε, τους σφάξανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Κι εκείνους που κατάφεραν από το Σικλάρι να φτάσουν στη Σμύρνη, όταν ήρθε ο Κεμάλ, τους έπιασε και τους έσφαξε.
Εμείς βρισκόμασταν στη Σμύρνη. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, μια ώρα μακριά. «Μη φοβάστε είναι μακριά», μας είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού που μέναμε. Σ’ ένα τέταρτο η φωτιά είχε έρθει σε μας. Ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση. Και οι Τσέτες βρίσκονταν στη μέση, και σφάζαν και σκοτώναν. Τη νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση ν’ αρπάξουν, να σφάξουν, ν’ ατιμάσουν. «Βοήθεια! Βοήθεια!», φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα Γύρω γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στη χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό. Έβγαλαν, μετά, ιταλικά και ελληνικά πλοία και μας πήραν. Πόσους; Ούτε ένα είκοσι τοις εκατό δεν επήραν. Τέτοια καταστροφή δεν είδαν τα μάτια μου!».

Η στάση των συμμάχων

Οι Σύµµαχοι Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Αµερικάνοι παρακολουθούσαν από τα πλοία, τραβούσαν φωτογραφίες, αντιµετώπιζαν τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα θύµατά της σαν show.

Και όχι  µόνο δεν θέλησαν να σώσουν τη Σµύρνη και τους χριστιανικούς πληθυσµούς αλλά µε εξαίρεση τους αµερικανούς ναύτες χτυπούσαν µε κοντάρια τους έλληνες και τους αρµένιους πού κατόρθωσαν να φθάσουν κολυµπώντας στα πλοία τα υποτιθέµένα χριστιανικά αυτά πλοία σωτηρίας, αλλά ξύλο αντί σωτηρία βρήκαν «Οι δυστυχισµένοι, οι πάντα ευκολοπίστευτοι και πάντα προδοµένοι ελληνορθόδοξοι πληθυσµοί».

Όταν κάποιοι, κολυµπώντας, έφταναν και σκαρφάλωναν στα Συµµαχικά πλοία, τους πετούσαν βραστό νερό, τους έσπαζαν τα δάχτυλα και τους ξαναπετούσαν στη θάλασσα. Πάρα πολλοί πνίγηκαν έτσι και κάποιοι λίγοι επέστρεφαν στην προκυµαία.

Ο George Horton, πρόξενος των ΗΠΑ, ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν την πόλη και ήταν από τους ελάχιστους που συµπεριφέρθηκαν ανθρώπινα και µε αυταπάρνηση και κίνδυνο της ζωής τους προσπάθησαν και έσωσαν κάποιους Έλληνες. Για αυτά που έζησε είπε τα εξής: «Δεν θυµάµαι παρόµοιο επεισόδιο ανθρώπινης συµφοράς στην Ιστορία. Με τα πυρποληµένα σπίτια τους πίσω τους, οι κάτοικοι της Σµύρνης -άνδρες, γυναίκες, παιδιά- περιµένουν µε τις ώρες και µε τις µέρες κραυγάζοντας και ικετεύοντας να φύγουν«.

Σύμφωνα με τους «Τάιμς Νέας Υόρκης» στις 18/9/1922

«Από την 11η νυκτερινή της Κυριακής 28ης Αυγούστου και ύστερα κανένα ελληνικό και αρμένικο σπίτι δεν έμεινε άθικτο, θύρες έσπαζαν, παράθυρα παραβιάζονταν, γυναίκες ατιμάζονταν, άνδρες και παιδιά λογχίζονταν, αποκεφαλίζονταν, στραγγαλίζονταν, ως κουρέλια ξεσχιζόταν. Τα πτώματα άλλοτε ακέφαλα και άλλοτε ακρωτηριασμένα παραμένουν άταφα και αναδίδουν φοβερή δυσοσμία».

Οι αμερικανοί ανταποκριτές δίνουν χίλιους σφαγιασθέντες χριστιανούς την πρώτη μέρα της πυρκαγιάς. Πόσοι δολοφονήθηκαν τις προηγούμενες δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί ούτε βέβαια το σύνολο των θυμάτων να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα πάντως με υπολογισμούς κυρίως ξένων ανταποκριτών και των πρακτορείων ειδήσεων θα πρέπει να θανατώθηκαν εκατό χιλιάδες άνθρωποι, με τις υλικές ζημιές να κοστολογούνται στις σαράντα εκατομμύρια λίρες στερλίνας. Καταστράφηκαν πενήντα πέντε χιλιάδες σπίτια, πέντε χιλιάδες καταστήματα, όλοι οι ορθόδοξοι ναοί και τα σχολεία.

 Το πρακτορείο ‘Ρόιτερ’ σε ανταπόκριση της 18ης Σεπτεμβρίου 1922 μεταδίδει:

«όλα τα ξένα προξενεία, οι τράπεζες και όλα τα επιβλητικά κτίσματα της προκυμαίας καταστράφηκαν… Με εξαίρεση την τούρκικη συνοικία, η Σμύρνη δεν υπήρχε πια…»

Ο επίλογος της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπήρξε δραματικός και οι συνέπειές του οδυνηρές και ανυπολόγιστες. Οι απώλειες του στρατού στο διάστημα της εκστρατείας (1919- 1922) ήταν πολύ βαριές: 19.362 νεκροί στις μάχες και 4.878 από άλλες αιτίες, 18.095 αγνοούμενοι και 48.880 τραυματίες.

Η συμφορά αυτή, ολοκληρώθηκε με τον ξεριζωμό 1.500.000 Ελλήνων της Μ. Ασίας από τις εστίες τους και τη μεταφορά τους στον κυρίως κορμό της Ελλάδας. Ο εθνικός σκοπός του Κεμάλ Ατατούρκ, που ήταν η εξόντωση ή ο βίαιος εκπατρισμός των μειονοτήτων που ζούσαν στη Μικρασία σύμφωνα με τις αποφάσεις των Νεοτούρκων στο Συνέδριο της Θεσσαλονίκης το 1911, είχε επιτευχθεί. Ο αντισυμμαχικός ρόλος των μεγάλων μας συμμάχων σε βάρος της Ελλάδας στέφθηκε με επιτυχία.

 

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

     Με την ιστορική ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών ενάμιση περίπου εκατομμύριο Ελλήνων προσφύγων κατακλύζει την Ελλάδα.200 περίπου χιλιάδες ήρθαν μόνο από την Κωνσταντινούποληκαι από την περιοχή της, αλλά αυτοί είχαν φύγει με σχετική άνεση. Οι  αστοί αυτοί εγκαταστάθηκαν σε ορισμένες πόλεις του Ελληνικού κράτους, χωρίς να δημιουργήσουν προβλήματα σ’ αυτό. Οι υπόλοιποι όμως, 1.300.000, είχαν ανάγκη από περίθαλψη και έπρεπε να ληφθεί γι’ αυτούς κάποια μέριμνα: να τραφούν, να βρουν εργασία και να γίνουν χρήσιμα στοιχεία στον τόπο. Συνάπτεται το δάνειο των 12.300.000 λιρών και ιδρύεται ο διεθνής οργανισμός ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων) η οποία σε συνεργασία με τις Ελληνικές αρχές ολοκλήρωσε το έργο της μέσα σε 7 χρόνια (τέλη Νοεμβρίου 1923 τέλη 1930).

Η προσωρινή στέγαση Μικρασιατών προσφύγων έγινε καταρχήν σε γήπεδα, θέατρα, αυλές εκκλησιών, δημόσια κτήρια, σε παράγκες, σε σκηνές, σε χαμόσπιτα και σε καλύβες που βρίσκονταν σε

Πρόχειρη ἐγκατάσταση προσφύγων σέ παραπήγματα στό λιμάνι τῆς Καβάλας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1922. Παρά τήν ἀνέγερση χιλιάδων κατοικιῶν καί τή δημιουργία οἰκισμῶν, ἡ στέγαση τῶν προσφύγων θά ὁλοκληρωθεῖ μόλις μετά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καί τήν οἰκονομική ἀπογείωση τῆς χώρας.

εγκαταλελειμμένα χωριά, σε οικισμούς αμιγώς προσφυγικούς. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες. Δεν υπήρχαν έργα υποδοχής, ούτε δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού και αποχέτευσης. Έλειπαν παντελώς οι χώροι αναψυχής, ενώ μεταδίδονταν εύκολα επιδημικές ασθένειες όπως ο εξανθηματικός τύφος, η γρίπη, η ελονοσία, η φυματίωση και η ευλογιά, παρούσες ήδη στην Ελλάδα και πριν την άφιξη των προσφύγων.

Σε εκείνους που αποκαθίσταντο ως αγρότες παρείχαν, εκτός από γεωργικό κλήρο, κατοικίδια, ζώα, σπόρους, εργαλεία, λιπάσματα και χρήματαώστε να επιβιώσουν οι ίδιοι και οι οικογένειες τους μέχρι την πρώτη σοδειά. Όσοι βρέθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Καβάλα) και είχαν φέρει κάποια χρήματα μαζί τους, νοίκιασαν ή αγόρασαν ένα σπίτι. Οι υπόλοιποι έμειναν είτε σε επιταγμένα οικήματα είτε σε πρόχειρα, φτιαγμένα από πλίνθους σπιτάκια σε οικόπεδα που τους δόθηκαν απ’ το κράτος. Οι πόλεις τότε άρχισαν ν’ αποκτούν καινούρια μορφή: δημιουργήθηκαν μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί σε απόσταση ενός ή πέντε χιλιομέτρων απ’ το κέντρο (Βύρωνας, Καισαριανή, Κοκκινιά, Νέα Ιωνία). Συγκροτήθηκαν συνοικισμοί αυθαίρετης ‘επίσημης’ δόμησης (Δουργούτι, Παλιά Σφαγεία, περιοχές Μακεδονίας, Θράκης, και άλλων. Οι περισσότεροι άνδρες πρόσφυγες απασχολήθηκαν ως εργάτες, ιδιοκτήτες μικρών μαγαζιών, περιπλανώμενοι πωλητές ή ήταν περιστασιακά εργαζόμενοι. Αρκετοί εργάστηκαν στην οικοδόμηση των προσφυγικών συνοικισμών ή σε άλλα δημόσια έργα. Οι γυναίκες απασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο στη βιομηχανία και δευτερευόντως ως καθαρίστριες, πλύστρες ή υπηρέτριες. Την περίοδο αυτή αυξάνεται και η παιδική εργασία.
Παρά τις όποιες καθυστερήσεις, τις βιαστικές και πρόχειρες υλοποιήσεις των σχεδιασμών, η αποκατάσταση των προσφύγων έχει κριθεί επιτυχημένη και από πολλούς θεωρείται ως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ελληνικού κράτους.

     Οι πρόσφυγες ριζώνουν και προσαρμόζονται γρήγορα στη νέα τους πατρίδα, αναπτύσσουν δραστηριότητα σε όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής και συνεργάζονται αδερφικά με τους άλλους Έλληνες. Το έθνος ενωμένο ξεχύνεται ορμητικά προς τα εμπρός.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ ΝΤΟΠΙΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

      Η παρουσία των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο δημιούργησε μια ιδιόμορφη πραγματικότητα, που είχε ως αποτέλεσμα οι «γηγενείς» ή απλώς «ντόπιοι» να αναπτύξουν απέναντί τους αισθήματα δυσαρέσκειας και μια συμπεριφορά που συχνά έφτανε στα όρια της ανοικτής σύγκρουσης. Ο αρχικός εκνευρισμός πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε  θαυμάσια την κατάσταση: « Έμενε ο κόσμος στα  βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντίρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. …Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυο. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν  είχαν την ανάγκη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράγμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε, οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Να αρπάξουν ό,τι είχαν .Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.» 

Κύρια αιτία των προστριβών υπήρξε η εγκατάσταση των προσφύγων όχι μόνο στα κτήματα των μουσουλμάνων ανταλλάξιμων, αλλά και σε εκείνα τα τσιφλίκια που μέχρι το 1922 καλλιεργούνταν από αυτόχθονες καλλιεργητές, οι οποίοι και απαιτούσαν την ιδιοποίησή τους, ενώ δεν έλειψαν ανταγωνισμοί σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Επίσης το γεγονός  ότι για δέκα περίπου χρόνια (μέχρι τουλάχιστον το 1932)  οι πρόσφυγες στη συντριπτική τους  πλειοψηφία  εντάχθηκαν στο Βενιζελικό στρατόπεδο οδήγησε μεγάλη μερίδα αντιβενιζελικών να τους θεωρεί διπλή απειλή: απειλή για τα οικονομικά του συμφέροντα και, παράλληλα, για την πολιτική κυριαρχία της παράταξης.

Παράλληλα το πλήθος των μικρών ή μεγάλων ιδιαιτεροτήτων που περιείχε η κουλτούρα τους, από τη γλώσσα μέχρι τα έθιμα και τη νοοτροπία τους, προέβαλλε μια διαφορετικότητα που θεωρήθηκε από τους ντόπιους απειλή για τον πολιτισμό τους. Το σύνολο των χαρακτηρισμών που αποδόθηκαν στους  πρόσφυγες είναι ενδεικτικό:«τουρκόσποροι»,«τουρκομερίτες», «ογλούδες» και «γιαουρτοβαφτισμένοι» είναι ορισμένοι που  χρησιμοποιήθηκαν από τους ντόπιους με σκοπό να τονιστεί και να στιγματιστεί η διαφορετικότητα των προσφύγων.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

   Ο πόνος και το παράπονο των προσφύγων για τη σκληρή τους μοίρα εκφράζεται μέσα από μαρτυρίες των ιδίων:

 «Μείναμε  στην προσφυγική συνοικία ‘Χωράφια’. Από τον κήπο που μέναμε ήταν καλύτερα, αλλά ένα δωματιάκι μας έδωσαν με τόσα άτομα μέσα, που ήταν εξαθλίωση. Προσφυγικός συνοικισμός: πείνα, αρρώστιες και δυστυχία. Όσοι έπεσαν στα προσφυγικά σπίτια και δεν γλίτωσαν γρήγορα από αυτά, έμειναν στάσιμοι. Η παράγκα ρήμαξε το ηθικό του κόσμου, του αφαίρεσε την όρεξη για ζωή, τον συμβίβασε με την ανέχεια και τη φτώχεια. Τον έκανε βαθιά μέσα στην ψυχή του να νιώθει πρόσφυγας. Οι παράγκες της προσφυγιάς ήταν η ντροπή μας» (μαρτυρία Τ. Κακλαμάνου).

 «Μια ολόκληρη γενιά είδε να καταστρέφεται η υγεία της και να φθείρεται η ζωή της μέσα στα ανήλιαγα και ανθυγιεινά κατώγια, που μόνο κατ’ ευφημισμό λέγονταν κατοικίες. Εκεί ένιωσε ο Αϊβαλιώτης ότι ήταν πρόσφυγας, δηλαδή πολίτης στην Ελλάδα δεύτερης κατηγορίας κι όχι Έλληνας, όπως πίστευε όταν ερχόταν» (μαρτυρία Ε. Γονατά).

«Είπε η μητέρα μου στον πατέρα μου: Εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά στα προσφυγικά. Τα παιδιά μας πρέπει να πάρουν σωστή μόρφωση, γι’ αυτό φύγαμε από τη Μυτιλήνη και όχι να τα δαχτυλοδείχνουν σαν προσφυγάκια» (μαρτυρία Σ. Μαρούλια).

«Μας ήθελαν πρόσφυγες, δηλαδή ζητιάνους. Δεν μας έλεγαν έτσι γιατί είχαμε προσφύγει, καταφύγει στην Ελλάδα. Πόση ντροπή νιώθαμε! Δεν μας έλεγαν ας πούμε οι ‘διωγμένοι’ ή οι ‘Μικρασιάτες’. Είπε κανείς τους Κύπριους, που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την τουρκική κατοχή, ‘προσφυγές’; Όχι βέβαια, το ‘Κύπριοι’ ήταν αρκετό. Και γιατί το ‘Μικρασιάτες’ δεν ήταν αρκετό για να δηλώσει τη δική μας κατάσταση; Μας έλεγαν πρόσφυγες για να χαρακτηρίσουν την ένδεια μας» (μαρτυρία Φ. Μαστιχιάδη).

ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ 

Ο πυρήνας του προσφυγικού πληθυσμού εγκαταστάθηκε στην Αττική και τη Μακεδονία. Μέσα σε έναν αιώνα θα ζήσουν σε δυο πατρίδες, όπως  λέει ο Γεώργιος Κατραμόπουλος.

Χάρτης κατανομῆς προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ ἀνά περιφέρεια τῆς Ἑλλάδας (κατά τή δεκαετία τοῦ 1930 καί σύμφωνα μέ τόν Richard Clogg)

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία 638 χιλιάδες πρόσφυγες περίπου εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, 306 χιλιάδες στην κεντρική Ελλάδα και την Αττική, 107 χιλιάδες στη Θράκη, 56 χιλιάδες στο Βόρειο Αιγαίο, 34 χιλιάδες στη Θεσσαλία και οι υπόλοιποι σκορπίστηκαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Νέα Ιωνία, Καισαριανή, Κοκκινιά, Περιστέρι, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Μουδανιά, Νέα Καλλικράτεια, Αλάτσατα, Νέα Σμύρνη, Νέα Αλικαρνασσός, Γαλατάς και άλλα πολλά τοπωνύμια μας θυμίζουν τις νέες πατρίδες σε ανάμνηση των χαμένων πατρίδων

Σε 33.900 ανέρχεται ο αριθμός των προσφύγων που έφτασαν στην Κρήτη, η οποία εξελληνίστηκε πλήρως μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ο Δήμος Ηρακλείου είναι ένας από τους δέκα δήμους της χώρας με τη μεγαλύτερη αναλογία προσφύγων στο συνολικό πληθυσμό τους με ποσοστό 35,9%.

 ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ –Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ

 Οι αγροτικές δραστηριότητες του προσφυγικού πληθυσμού είχε ως συνέπεια τη χρήση σύγχρονων εργαλείων και μηχανημάτων για την αξιοποίηση των εκτάσεων που τους είχαν παραχωρηθεί.

.Στη Μακεδονία ,που είχε πληγεί από τη φυλλοξήρα ,η αμπελοκαλλιέργεια άρχισε και πάλι να ακμάζει. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Καβάλα και στις γύρω περιοχές (Θάσο, Δράμα, Ξάνθη) ασχολήθηκαν με την καπνοκαλλιέργεια και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα. Εφαρμόστηκαν νέες μέθοδοι καλλιέργειας του καπνού και προχώρησαν τα αποξηραντικά έργα που απέδωσαν μεγάλες γόνιμες εκτάσεις στη γεωργία.

Όπως αναφέρει ο Α. Ι. Αιγίδης στο έργο του «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας»,οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ίδρυσαν πολλές βιο-μηχανίες απορροφώντας προσφυγικά εργατικά χέρια. Η κλωστοϋφαντουργία, χάρη στα έμπειρα χέρια τους, έγινε η πρώτη βιομηχανική δραστηριότητα διατηρώντας αυτή τη θέση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προμήθειας φθηνών εργατικών χεριών για τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία αποτελούν οι προσφυγικοί συνοικισμοί του Βύρωνα, της Κοκκινιάς ,της Καισαριανής της  Νέας Ιωνίας. Στην υπόλοιπη Ελλάδα η Καβάλα με τα καπνεργοστάσια και οι πόλεις Δράμα, Ξάνθη, Σέρρες συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος του μετακινούμενου προσφυγικού(και όχι μόνον)πληθυσμού. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης επισημαίνει  ότι η επιτυχία της εγκατάστασης των προσφύγων που είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη αφομοίωσή τους οφείλεται «Σε κάτι πιο βαθύ, πιο κοινωνικό. Στην αφάνταστα επίμονη εργασία και μόχθο τους και στη διάθεση τους να παλέψουν συλλογικά και οργανωμένα για να δαμάσουν τις αντίξοες συνθήκες και να οργανώσουν τη νέα ζωή τους».Οι σημαντικότερες κοινωνικές συνέπειες αυτού του εγχειρήματος ήταν η έντονη πλέον παρουσία μικρών επιχειρηματιών και επαγγελματιών, παραγωγών και άλλων δραστηριοτήτων, η δημιουργία δηλαδή μιας δραστήριας μικροαστικής τάξης.

Σήμερα, ενενήντα  χρόνια μετά τον ξεριζωμό οι Μικρασιάτες της τρίτης και τέταρτης  γενιάς, πλήρως ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κορμού της. Με εφόδιο τη μόρφωση που είχε αρχίσει να κατακτάται ήδη από τη δεύτερη γενιά των προσφύγων, με όπλα την εργατικότητα, το ήθος, την εντιμότητα στις σχέσεις και το χάρισμα της επινοητικότητας και της προσαρμογής κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, διαπρέπουν ως  επιστήμονες, επιχειρηματίες άνθρωποι του πνεύματος.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από  το 1914, με το λεγόμενο πρώτο διωγμό κεντρίστηκε ο λογοτεχνικός οίστρος  των μικρασιατών και έδωσε έργα γεμάτα πόνο και απελπισία.

«θυμάσαι κειν΄, αγόρι μου, τη φοβερή τη Νύχτα

 π΄ αγριάνθρωποι μπήκανε ξάφνου στ΄ αρχοντικό μας

και σκότωσαν τον Μαύρο μας, που λυσσαλέα αλύχτα,

 να μας σκοτώσουν όλους μας, να πάρουν το δικό μας ;

θυμάσαι  στη Δεσπούλα μας, την όμορφη την κόρη,

που την καταξεσκίσανε ποιος θα την πρωτοπάρει;….

Εγώ που δεν επάτησα ποτέ σε ξένα μέρη

μονάχη,  ολομόναχη, πουλάκι δίχως ταίρι

δεν ημπορώ ζητιάνικο για να απλώσω χέρι……»

(Σίτσας Καραϊσκάκη «Πρόσφυγα Μάνα»,

              «Σάλπιγξ» Μυτιλήνης 9-7-1925)

 

Και στους δύο διωγμούς οι γυναίκες ήταν που κυρίως  κράτησαν τη ζωή  και μαζί και τη μνήμη  της  συμφοράς. Αυτές βρέθηκαν μόνες, ασυντρόφιστες, απροστάτευτες, να βολοδέρνουν  μαζί με τα μικρά παιδιά τους  σε ξένα λιμάνια και τόπους, κι αυτόματα θαρρείς σε πολλές  απ΄ αυτές  ανάβλυσε από μέσα τους ο λογοτεχνικός λόγος.

Πλήθος π.χ. οι Σμυρνιές λογοτέχνιδες. Ας θυμηθούμε  μερικές, χωρίς καμία αξιολογική μνημόνευση ή σειρά. Απλώς για να δείξουμε το μεγάλο τους αριθμό.

Στέλλα Επιφανίου – Πετράκη,  που έγραψε τον «Αξαρλή», για τη σφαγή  του Αξαρίου, Έλλη Παπαδημητρίου, με  τέσσερις τόμους «Μαρτυρίες», αφηγήσεις προσφύγων, Ιωάννα  Τσάτσου, με πολλές  αναφορές  στη Σμύρνη στο βιβλίο  της « Ο αδελφός μου Γ. Σεφέρης »,  Καλλιόπη ΚολλιοπούλουΓρίβα, με 9 βιβλία  για να τον ξεριζωμό, Ανθούλα  Ζόλδερ με ποιήματα για την  καταστροφή και την προσφυγιά. Μετά, η Αϊβαλιώτισσα  Αγάπη Μολυβιάτη  με «Το  Χρονικό  των 10 ημερών», για τον αφανισμό της πατρίδας της.  Η Αϊδινιώτισσα Διδώ Σωτηρίου με τα «Ματωμένα  Χώματα» και τα άλλα της βιβλία. Η Μαινεμενιώτισσα   Ιφιγένεια  Χρυσοχόου   με την «Πυρπολημένη γη » και πολλά άλλα έργα. Κι άλλες κι άλλες πολλές.

Και μετά απ΄ αυτές, άλλες γυναίκες συγγραφείς της δεύτερης και τρίτης  ακόμα γενιάς προσφύγων, γιατί  ο καημός δεν τελείωσε  με τη σιγή   των πρώτων  προσφύγων.

Πολλές – και πολλοί βέβαια  – γράφουν  μετά 20, 30 και 50 χρόνια  απ΄ τα γεγονότα. Η ανάμνηση τους είναι μια φλόγα  που  τους σιγοκαίει όλους και κάποτε  μπουρλοτιάζει και τους καθίζει στο γραφείο  να γράψουν, να γεννήσουν τον πόνο τους, να ξαλαφρώσουν. Και βλέπεις μετά τόσα χρόνια  τίποτα  να μην έχει ξεχαστεί.

«Ειλικρινά ομολογώ  ότι σε κάθε  όνομα που κατέγραφα, βουτιόταν  η πένα μου όχι στο μελανοδοχείο, αλλά μέσα στα δάκρυα μου,  που ανάβλυζαν  μέσα  από  τα κατάβαθα  της σπαραγμένης  στην   θύμηση καρδιάς μου».(Νίκου  Τσαϊλακόπουλου  «Η νοσταλγική  γενέτειρα μου το Φουλατζίκι Νικομήδειας» 1987)

Ο Αϊβαλιώτης συγγραφέας Ηλίας Βενέζης λέγει ότι στο « νούμερο 31328» (1931), όπου καταγράφει τη φρίκη που έζησε σαν αιχμάλωτος των Τούρκων, «δεν υπάρχει ίχνος μίσος προς τον εχθρό». Ο ίδιος δείχνει και μια μεγαλοψυχία  στην ομολογουμένως δύσκολη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στους δυο λαούς:

.   Έτσι  θα  βοηθήσουμε τη συναδέλφωση  των λαών μας « λοιπόν λέμε στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου  – αν ζητάτε να σβήσουμε την ιστορία μας, το Συναξάρι και το Μαρτυρολόγιό μας – αυτό δεν το μπορούμε.  Όμως ξέρουμε  να κάνουμε κάτι άλλο τίμιο και βαθύ: μπορούμε να μην μνησικακούμε. Γι΄ αυτό θα βάλουμε την  αγάπη μας για την Ειρήνη, τη συνείδηση  της  ανάγκης  να μη βρεθούνε  πια  οι λαοί μας σε  πόλεμο  και  εξολοθρεμούς

( « Ν. Εστία » 1972)

 

Ας παρακολουθήσουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο της Αγάπης Βενέζη-ΜολυβιάτηΤο χρονικό των δέκα ημερών’ Αϊβαλί 1922, το τραγικό χρονικό του Μικρασιατικού ολέθρου όπου όσο συγκλονιστική είναι η αδελφική αφοσίωση της συγγραφέα για τη διάσωση του Ηλία Βενέζη, ακόμη πιο συγκλονιστική είναι  η ανθρώπινη αλληλεγγύη ενός νεαρού Τούρκου αξιωματικού που ύψωσε πάνω από τον πόλεμο και το μίσος την ανθρωπιά και την αγάπη. Η συγγραφέας θυμάται : «θρήνος γενικός και συμφορά ολοκληρωτική. Απ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, ξεχύνονταν φωνές σπαραγμού, κλάματα παιδιών, λυγμοί γερόντων. Όλη η πόλη είχε μεταβληθεί σε μια κόλαση φωτιάς, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει κανείς ζωντανός. Είχε επέλθει το τέλος. Τέλος οριστικό, βέβαιο, κατάπικρο.

Οι γυναίκες γύριζαν στους δρόμους με τα μπογαλάκια τους, ξεμαλλιασμένες σαν τρελές, μοιρολογώντας τους άνδρες τους, τα παιδιά τους. Πού να πάμε; πού να πάμε; Τόσα μωρά, τόσοι γέροι, τόσοι άρρωστοι…Για τ’ όνομα του Θεού…Δώστε μας τους ανθρώπους μας να φύγουμε όλοι μαζί χωρίς να πάρουμε μαζί μας τίποτα, τίποτα… Χωρίς το θάνατο θα τα βολέψουμε…θα τα καταφέρουμε. Μα με το θάνατο, την ορφάνια, τον καημό πώς να παλέψεις την φτώχεια και την κακομοιριά; Για τα όνομα του Θεού! Δεν υπάρχει έλεος»

Ο Φώτης Κόντογλου χρόνια μετά θρηνεί και αγανακτεί.

«Αντίκρυ από το παραθύρι που κάθομαι, φαίνονται  μέσα στο θολό πέλαγο τα βουνά της Τουρκίας. Σε κείνα τα μέρη γεννήθηκα κι εγώ κι αν ήτανε κανένας τώρα που κοιτάζω κατά κει, θα έβλεπε πως τα μάτια μου είναι δακρυσμένα…… Όπου πατήσεις κι όπου σταθείς, βλέπεις και θυμάσαι τη σκληρότητα αυτουνού του σκύλου, που ξεπέζεψε  μερμηγκιά, απάνω σε τούτα τ΄ αρχαία  χώματα, μπήκε μέσα στα σπίτια μας, πατσαβούριασε την τιμή μας, ρούφηξε το αίμα  μας».

 Σήμερα, 90 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έχουμε υποχρέωση να κρατούμε άσβηστη την ιστορική μνήμη της χώρας μας. Πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά μας  την πραγματική ιστορία της Ελλάδας, να διαβάζουμε τα απομνημονεύματα και τις γραπτές μαρτυρίες όσων έζησαν τα φρικτά αυτά γεγονότα,(π.χ. Ηλίας Βενέζης, Διδώ Σωτηρίου) και όσων συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις (π.χ. Παρασκευαϊδης Γιαννακάκης,κ.λ.π.), χωρίς μίσος και εμπάθεια.

Η ιστορία πρέπει να είναι ο οδηγός των λαών για το μέλλον τους.

 πηγή

Σχετικοί Σύνδεσμοι…

Αναρτήθηκε στις Περί Εκπαίδευσης. 1 Comment »

Ένα Σχόλιο to “Σμύρνη, Αύγουστος 1922”


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: